Ιστορική προσέγγιση εποχής  1410-1453


Οι κυρίαρχες προσωπικότητες της εποχής
που γεννήθηκε ο Αγιος Ραφαήλ ( Γεώργιος Λάσκαρης ) 1410


Η συμπεριφορά αυτών που διοικούσαν την Αθήνα τα τελευταία 50 ελέυθερα χρόνια ήταν καλή απέναντι στους Ελληνες της Αθήνας.

Βοηθούσαν την ορθοδοξία και τον Ελληνισμό. Λάτρεψαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.

Ετσι εξηγείται το γεγονός της ελευθερίας που απολάμβανε ο ορθόδοξος κλήρος στην Αθήνα.

Ετσι εξηγείται και το γεγονός οτι ο Αγιος Ραφαήλ λειτουργησε για κάποιο καιρό στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη.

Στον  Μυστρά το 1443 αναλαμβάνει ηγεμόνας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος η τελευταία ελπίδα των Ελλήνων για σωτηρία απο τους Τούρκους.

Την χρονιά εκείνη ο Αγιος Ραφαήλ ήταν 23 ετών. Η είδηση της ανάλυψης των καθηκόντων απο τον φωτισμένο ηγέτη διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα γρήγορα.

Ο Μυστράς και ολόκληρη η περιοχή γνωρίζει εποχές δόξας ,ανασύνταξης δυνάμεων και νικών. Πολλοί ειναι αυτοί που τον συγκρίνουν με τον Μέγα Αλεξανδρο που κατέλαβε τόσο γρήγορα τόσα πολλά.

Ο Μυστράς ειναι η επόμενη πόλη που όλοι θέλουν να πάνε να μορφωθούν αλλά το κυριώτερο να γνωρίσουν τον νέο ηγέτη απο κοντά.

Εδώ φθάνει και ο Γεώργιος Λάσκαρης για να σπουδάσει Ιατρική και Φιλοσοφία.

Προσωπικότητα μέγιστου βεληνεκούς με μεγάλα και ιδιαίτερα χαρίσματα. Παλαιολόγος και Λάσκαρης γνωρίζονται.

Ανδρες τέτοιου διαμετρήματος σπανίζουν εκείνα τα χρόνια. Το μεγάλο πρόβλημα του Κων. Παλαιολόγου  ήταν η απουσία ανδρών με ηγετικά χαρακτηριστικά.

Πρέπει να επέμεινε ιδιαίτερα ο Κωνσταντίνος διότι τον έπεισε να φορέσει στρατιωτική στολή και τον αντάμειψε με τον βαθμό του χιλιάρχου.

Δυστυχώς η μετέπειτα ιστορία πρόδωσε τα όνειρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και προφανώς ο αξιωματικός Γεώργιος Λάσκαρης μετά την ήττα στην Βάρνα καταλαβαίνει πως όλα έχουν πια κριθεί σε στρατιωτικό επίπεδο.

Ο Αγιος Ραφαήλ γνωρίζει κάποιον Μοναχό εκείνη την εποχή και αφήνει τα εγκόσμια.

Αυτό που μένει στον Αυτοκράτωρα πια Κωνσταντίνο ειναι η βοήθεια των Δυτικών μέσω της Ενωσης των εκκλησιών. Ο Αγιος Ραφαήλ  εμφανίζεται μετά τον θάνατο του γέροντα του. Ο Παλαιολόγος τον συνατά πάλι και του αναθέτει υψηλά αρχιερατικά καθήκοντα καθώς αναλαμβάνει θέση στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης . Ταξιδεύει στην Γαλλία και σε εκκλησιαστικό συνέδριο  γνωρίζει τον Νικόλαο. Ο Νικόλαος αφήνει τις σπουδές του και ακολουθεί τον Ραφαήλ.

Η επίσπευσης των Τουρκικών προκλήσεων το 1452 οδηγεί τον Αυτοκράτωρα σε αλλαγή πλεύσης ως προς τις συνομιλίες ένωσης. Ο κόσμος της Πόλης επαναστατεί . Πολλοί μοναχοί και ιερωμένοι εγκαταλείπουν την Πόλη καθώτι δεν αντέχουν να βλέπουν Καθολικούς να λειτουργούν την Αγια Σοφία. Ο Αγιος Ραφαήλ και Νικόλαος δεν συμφωνούν με την τελετή - λειτουργία ένωσης των εκκλησιών που έγινε στην Αγία Σοφία.
Ο Παλαιολόγος τους εξορίζει.

Αγιος Ραφαήλ και Νικόλαος φεύγουν απο την Πόλη.

ΑΘΗΝΑ

Με εξαίρεση μια βραχύχρονη βενετική κατοχή (1395-1403) ο οίκος των Ατσαγιόλι ηγεμόνευσε στην Αθήνα μέχρι το 1458, όταν οι Τούρκοι, που από το 1456 είχαν καταλάβει την Αθήνα έγιναν κύριοι και της Ακρόπολης.

Την εποχή που ο Αγιος Ραφαήλ λειτουργούσε στον Αγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη ( μετέπειτα Λουμπαρδιάρη) κυβερνούσε ο οίκος των Ατσαγιόλι. Επέδειξαν εξαιρετική συμπεριφορά στους ορθοδόξους χριστιανούς.

Σε όλη αυτή την περίοδο, η Αθήνα αποτελούσε το καύχημα των δυτικών κυριάρχων. Ο βασιλιάς της Αραγωνίας και δούκας της Αθήνας Πέτρος Δ' της Αραγωνίας είχε χαρακτηρίσει την Ακρόπολη το 1380 ως «το πιο ακριβό στολίδι που υπάρχει στον κόσμο», ενώ οι Φλωρεντινοί δούκες με τη φιλορθόδοξη πολιτική και την ελληνότροπη συμπεριφορά τους προπαρασκεύαζαν τον εξελληνισμό του δουκάτου και θεωρούσαν μέγιστο αγαθό τη διαβίωσή τους στην πόλη αυτή.

ΜΥΣΤΡΑΣ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Γιος τού αυτοκράτορα Μανουήλ  Β' Παλαιολόγου (1391-1425) από την Ελένη Δραγάτση και νεώτερος αδελφός τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγου (1425-1448).

Γεννήθηκε το 1405. Όταν ήταν ακόμη νεαρός, ο πατέρας του Μανουήλ του είχε αναθέσει τη διοίκηση πόλεων του Ευξείνου Πόντου.

Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1427 όπου ανέλαβε της δεσποτεία της Βοστίτσας, και τελικά με τους αδελφούς του Θεόδωρο και Θωμά ανέλαβαν τη διοίκηση τού Δεσποτάτου του Μυστρά και ολοκλήρωσαν την ανάκτηση των φραγκοκρατούμενων περιοχών.

Η παραμονή και των τριών αδελφών στην Πελοπόννησο δημιουργούσε οπωσδήποτε προβλήματα, οπότε ο Κωνσταντίνος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε από τον Σεπτέμβριο τού 1435 ως τον Ιούνιο τού 1436, για να συζητήσει σχετικά θέματα με τον αυτοκράτορα.

Στο διάστημα 1435-1441 μετέβη στην Ιταλία, όπου μετείχε στις επιτροπές των Βυζαντινών, που προσπαθούσαν να πετύχουν την ένωση των Εκκλησιών (Ορθοδόξων-Καθολικών).

Η ρήξη με τον αδελφό του Θεόδωρο προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις και χρειάστηκαν σύντονες προσπάθειες για να επιτευχθεί συμβιβαστική συμφωνία και συνδιαλλαγή.

Η διοίκηση του δεσποτάτου αναλήφθηκε από τον Θεόδωρο και τον Θωμά, ο δε Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να συμπαρασταθεί στις προσπάθειες τού Ιωάννη Η'.

Αντικατέστησε τον αυτοκράτορα κατά την περίοδο τής μετάβασης του στη Δύση για τη συμμετοχή στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (27 Νοεμβρίου 1439 - 1 Φεβρουαρίου 1440), ενώ μετά την άφιξη τού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος επίστρεψε και πάλι στην Πελοπόννησο.

Η στάση τού Δημητρίου Παλαιολόγου, που υποστηρίχθηκε από τους Τούρκους, ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να σπεύσει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (1442-1443), για να ενισχύσει τις δυνάμεις τού αυτοκράτορα.

Τον Οκτώβριο του 1443 ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά και αφιερώθηκε με ζήλο στη διοικητική και στρατιωτική αναδιοργάνωση τού δεσποτάτου, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Πελοποννήσου έναντι της τουρκικής απειλής.

Οικοδόμησε τα τείχη του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Πελοποννήσου, και επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη Βοιωτία και τη Φωκίδα.

Όμως ο Μουράτ Β' οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του. Κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον Τούρκο σουλτάνο.

Μετά τον θάνατο τού Ιωάννη Η', στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά (6 Ιανουαρίου 1449) και πήγε στην Κωνσταντινούπολη με πολλές ελπίδες και μεγάλη αγωνία για το μέλλον τής αυτοκρατορίας.

Η τουρκική απειλή περιέσφιγγε τη βασιλεύουσα και στρεφόταν πλέον εναντίον της. Ο Κωνσταντίνος αφιερώθηκε στην επισκευή και την ενίσχυση των οχυρωματικών έργων, καθώς και στην αναδιοργάνωση τού στρατού, ο οποίος θα αναλάμβανε το βαρύ έργο της άμυνας τής πόλης.

Οι αποδεδειγμένες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες τού Κωνσταντίνου δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τον διαμορφωμένο συσχετισμό δυνάμεων, η άνοδος δε στη εξουσία τού φιλόδοξου σουλτάνου Μωάμεθ Β' (1451) έκανε περισσότερο αισθητό τον κίνδυνο για την Κωνσταντινούπολη.

Η ανέγερση στον Βόσπορο τού υψηλού φρουρίου Ρούμελι Χισάρ και οι στρατιωτικές προετοιμασίες των Τούρκων, συντονίζονταν με τελικό στόχο την άλωση τής πρωτεύουσας τής αυτοκρατορίας.

Οι εκκλήσεις τού Κωνσταντίνου προς τη Δύση για ενισχύσεις αντιμετωπίζονταν με περίεργη αδιαφορία.

Ο Πελοποννήσιος καρδινάλιος και προηγουμένως μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος, που έφθασε στην Κωνσταντινούπολη με ελάχιστες δυνάμεις, δεν μπορούσε να προσφέρει ελπίδες.

Οι 3.000 περίπου βυζαντινοί και οι 2.000 περίπου ξένοι, από τους οποίους 700 περίπου Γενουάτες με αρχηγό τον Ιουστινιάνη, ήταν πολύ λίγοι για να αποκρούσουν τις επιθέσεις του πολυάριθμου και αξιόμαχου τουρκικού στρατού.

Η ισχυρή οχύρωση της πόλης απαιτούσε και ισχυρή φρουρά για την απόκρουση των επιθέσεων από την ξηρά, αφού η απειλή από τη θάλασσα εξουδετερωνόταν με την περίφημη αλυσίδα τού Κερατίου Κόλπου.

Ωστόσο η μεταφορά από την ξηρά σημαντικού αριθμού Τούρκων στο λιμάνι τής Κωνσταντινούπολης κατέστησε την πολιορκία ασφυκτική (Απρίλιος 1453).